Μύθοι για το επάγγελμα του ψυχολόγου
Το επάγγελμα του ψυχολόγου δέχεται και αντιμετωπίζει ακόμα και σήμερα πολλά ταμπού από τον απλό κόσμο (π.χ. ο φόβος της κοινής γνώμης, ο φόβος της ασθένειας, ο φόβος της τρέλας..). Παρακάτω ακολουθούν μερικές σκέψεις που βασίζονται σε προκαταλήψεις και σε μύθους που έχουν δημιουργηθεί γύρω από το επάγγελμα του ψυχολόγου.
1. «Όποιος επισκέπτεται ψυχολόγο πάσχει από σοβαρή ψυχική διαταραχή»
Η επίσκεψη σε ψυχολόγο ενδεχομένως φέρνει πολλούς ανθρώπους σε δύσκολη θέση και αντιμέτωπους με το φόβο της «τρέλας»(«τρελός είμαι, για να πάω σε ψυχολόγο;»). Παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί λόγοι για να επισκεφτεί κανείς έναν ψυχολόγο. Μπορεί κάποιος να το αποφασίσει επειδή βιώνει πολύ έντονα ορισμένα δυσάρεστα συμπτώματα, όπως είναι το άγχος, η κακή διάθεση, μεγάλες και καμιά φορά διαχρονικές δυσκολίες στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Μπορεί, όμως, και η επίσκεψη σε ψυχολόγο να αφορά την ανάγκη κάποιου να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του και να δώσει στη ζωή του βαθύτερο νόημα. Η παρουσία συμπτωμάτων ή μια κρίση ζωής, μια συζυγική ή οικογενειακή κρίση (π.χ. ένα διαζύγιο) ή ένα πένθος μπορεί να αποτελέσουν την αφορμή για να αναζητήσει κανείς βοήθεια. Η αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας όμως, θεωρείται τόσο για εμάς τους ίδιους όσο και για το οικογενειακό και φιλικό μας περιβάλλον ότι αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, ανικανότητας, αποφασιστικότητας, και γενικότερα, ένδειξη «αδύναμου και προβληματικού χαρακτήρα». Στην πραγματικότητα, όμως το να μπορεί κάποιος να αναγνωρίζει τις αδυναμίες και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, να συζητά για αυτές και να προσπαθεί να τις νικήσει και να τις ξεπεράσει, είναι μια πράξη που δείχνει θάρρος, δύναμη και υγεία. Άλλωστε, η αναγνώριση και η αποδοχή ενός προβλήματος είναι το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για την αντιμετώπιση και την επίλυσή του. Τέλος, όλα αυτά που μπορεί να ανακαλύψει ο ψυχολόγος αλλά, ακόμα περισσότερο, αυτά που μπορεί εμείς να δούμε για τον εαυτό μας, όταν αρχίζουμε να “σκαλίζουμε” τα προβλήματά μας είναι ένας τεράστιος φόβος, με τον οποίο συνδέεται και ο φόβος της τρέλας για πολλούς ανθρώπους. Στην πραγματικότητα όμως αυτό που βλέπει συνήθως σε εμάς ο ψυχολόγος είναι δυσκολίες και ανθρώπινες αδυναμίες που όλοι έχουμε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Έτσι, δεν πρόκειται να μας κρίνει ούτε αρνητικά, ούτε βέβαια να μας χαρακτηρίσει τρελούς ή να μας βάλει κάποια άλλη ‘ταμπέλα’ που θα μας στιγματίσει.
2. «Αν πάω σε ψυχολόγο θα μάθουν όλοι ότι έχω πρόβλημα»
Ένας ακόμη ιδιαίτερα αποθαρρυντικός παράγοντας για κάποιον που σκέφτεται να επισκεφτεί ψυχολόγο, είναι κατά πόσο τα στοιχεία που αποκαλύπτει για τον εαυτό του είναι ασφαλή και θα διατηρηθούν απόρρητα. Είναι χρήσιμο λοιπόν να γνωρίζουμε ότι οι ψυχολόγοι υποχρεώνονται σύμφωνα με το νόμο και τον Κώδικα Δεοντολογίας να διαφυλάσσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες συλλέγουν κατά τη διάρκεια της συνεδρίας (συμβουλευτικής ή ψυχοθεραπευτικής). Σε αυτές δεν επιτρέπεται να έχει πρόσβαση κανείς τρίτος, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, και πάντοτε ύστερα από την έγκριση του ιδίου του συμβουλευόμενου/ θεραπευόμενου. Το απόρρητο των συνεδριών τηρείται κατά τη διάρκεια της συνεργασίας με τον ψυχολόγο, αλλά και μετά τη λήξη της. Πολλοί ψυχολόγοι φροντίζουν η εχεμύθεια των επισκέψεων να διασφαλίζεται αφήνοντας χρονικό περιθώριο μεταξύ των συνεδριών τους με άλλους συμβουλευόμενου/ θεραπευόμενους, έτσι ώστε να μη συναντιούνται στον ίδιο χώρο με κανέναν άλλο, παρά μόνο με τον ψυχολόγο.
3. «Εγώ μπορώ να αντιμετωπίσω τα προβλήματά μου μόνος μου»
Σίγουρα δεν υπάρχει άνθρωπος που να γνωρίζει εμάς και τα προβλήματά μας, καλύτερα από τον εαυτό μας. Το ότι τα γνωρίζουμε όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είμαστε πάντα σε θέση να τα αναλύσουμε και να βρούμε διέξοδο σε αυτά. Επίσης, ενώ για τους περισσότερους ανθρώπους όταν αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, η επίσκεψη στον κατάλληλο γιατρό θεωρείται αυτονόητη, προκειμένου να φροντίσουν για τη σωματική τους υγεία (π.χ. σε έναν οδοντίατρο, όταν ένα δόντι πονάει), η επίσκεψη σε έναν ψυχολόγο, όταν νιώθουν να αντιμετωπίζουν κάποιες ψυχο-συναισθηματικές δυσκολίες αποτελεί ταμπού, παραμελώντας με αυτόν τον τρόπο την ψυχική τους υγεία και ισορροπία. Αυτό συμβαίνει γιατί πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ένδειξη αδυναμίας το να καταφύγουν σε οποιαδήποτε βοήθεια και προσπαθούν να τα βγάλουν πάντα πέρα μόνοι τους. Όμως με τον ίδιο τρόπο που φροντίζουμε τη σωματική μας υγεία όταν αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα υγείας, έτσι πρέπει να αντιμετωπίζουμε και τα θέματα που αφορούν την ψυχική μας υγεία. Η επίσκεψη σε ψυχολόγο είναι ιδιαίτερα βοηθητική, γιατί ο ψυχολόγος έχει μια απόσταση από το πρόβλημα που μας απασχολεί και μπορεί να το βλέπει πιο ξεκάθαρα καθώς είναι εκπαιδευμένος να βοηθάει τον ενδιαφερόμενο να βρίσκει λύσεις και τρόπους αντιμετώπισης στα θέματα που τον απασχολούν. Το να μπορεί κάποιος να αναγνωρίζει από ποιο σημείο και μετά δεν μπορεί πλέον μόνος του και να αναζητά επαγγελματική στήριξη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του, δεν είναι σημάδι αδυναμίας αλλά σημάδι αληθινής εσωτερικής δύναμης και αποφασιστικότητας έτσι ώστε να μπορεί να ζει μια ζωή ολοκληρωμένη, γεμάτη νόημα.
4. «Έχω την οικογένειά μου και τους φίλους μου και δεν χρειάζομαι ψυχολόγο»
Η οικογένεια, οι φίλοι και ο σύντροφος αποτελούν ένα σημαντικό συναισθηματικό και υποστηρικτικό πλαίσιο για τον καθένα. Σίγουρα μας βοηθάει τις περισσότερες φορές να συζητάμε τα προβλήματά μας με την οικογένειά μας και να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας με τους «δικούς μας» ανθρώπους. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ότι το κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης, μπορεί να απαλύνει τον ψυχολογικό πόνο του παθόντα και να μετριάσει τις δυσάρεστες επιπτώσεις του στρες. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου ένα άτομο αντιμετωπίζει προβλήματα στα οποία δεν καταφέρνει να αντεπεξέλθει μόνο του αλλά ούτε και με τη βοήθεια των φίλων του ή της οικογένειάς του. Αντιθέτως, η καλοπροαίρετη βοήθεια των άλλων αντί να βοηθά, μπορεί να τον φέρει ακόμα πιο κοντά στην απελπισία και στην απόγνωση γιατί ουσιαστικά δεν τον καταλαβαίνουν. Για παράδειγμα, ένα άτομο που πάσχει από κατάθλιψη, δεν μπορεί να βοηθηθεί από τους δικούς του όταν του δίνουν συμβουλές όπως «Βγες έξω και κάνε κάτι που σου αρέσει» και «Σιγά σιγά θα το ξεπεράσεις». Οι επαγγελματίες ψυχολόγοι (με πτυχίο πανεπιστημίου, ΑΔΕΙΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΟΥ κ.λ.π.) έχουν τις απαραίτητες γνώσεις και έχουν εκπαιδευτεί έτσι ώστε να μπορούν να πάρουν την απόσταση που χρειάζεται από το πρόβλημά μας, να το δουν αντικειμενικά και να μας καθοδηγήσουν κατάλληλα, κάτι που δε μπορούν να κάνουν οι δικοί μας άνθρωποι λόγω έλλειψης σχετικών γνώσεων αλλά και συναισθηματικής εμπλοκής. Τέλος, ο ψυχολόγος σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστά την οικογένειά μας, τους φίλους μας και το σύντροφό μας, αλλά ούτε και το ανάποδο. Η σχέση μας με τον ψυχολόγο έχει όρια και είναι καθαρά επαγγελματική.
5. «Ο Ψυχολόγος κοστίζει πολύ, είναι πολυτέλεια»
Ένας ακόμα πρακτικός λόγος για τον οποίο πολλοί αποφεύγουν να στραφούν στον ψυχολόγο είναι ότι κοστίζει πολλά χρήματα. Συνήθως, τα ταμεία καλύπτουν μόνο τις επισκέψεις στον ψυχίατρο και τα φάρμακα που αυτός θα συνταγογραφήσει, αλλά όχι την επίσκεψη στον ψυχολόγο και την ψυχοθεραπεία. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις εκείνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι μια καλύτερη έρευνα αγοράς (να ρωτήσει που κυμαίνονται περίπου οι τιμές) ή να απευθυνθεί σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας του δημόσιου φορέα, όπως είναι τα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία και Ε.Σ.Υ, τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και σε ορισμένες μη κερδοσκοπικές εταιρείες.
